ψελάδι
(ουσ. ουδ.)
ψελάγ̑'
[pseˈlaʝ]
Αξ.
Από το επίθ. ψηλός, όπου και τύπ. ψελός, και το παραγωγ. επίθμ. -άδι.
Τροποποιήθηκε: 26/10/2025