ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ζιφίρ (ουσ. ουδ.) Πληθ. ζιφίρια [ziˈfirʝa] Φλογ. Από το τουρκ. ουσ. zifir = α) ως ουσ., κατακάθι πίπας β) υγροποιημένη πίσσα που παράγεται από τον καπνό (π.χ. σόμπας) γ) ως επίθ., μαύρος.
Οι μαύρες σταγόνες που στάζουν από το ταβάνι το χειμώνα
Τροποποιήθηκε: 03/01/2026