ζομπουρτατίζω
(ρ.)
ζομbουρτατίζω
[zοmburtaˈtizo]
Μαλακ.
ζουμbουρτατώ
[zumburtaˈto]
Σινασσ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ρ. zımbırdamak = ποδοπατώντας προκαλώ θόρυβο.
2. Ειδικότ., περπατώ κάνοντας θόρυβο
Μαλακ., Σινασσ.
Τροποποιήθηκε: 30/04/2025