ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ζομπουρτατίζω (ρ.) ζομbουρτατίζω [zοmburtaˈtizo] Μαλακ. ζουμbουρτατώ [zumburtaˈto] Σινασσ. Από το τουρκ. διαλεκτ. ρ. zımbırdamak = ποδοπατώντας προκαλώ θόρυβο.
1. Κάνω θόρυβο Σινασσ. Συνών. κροτώ :1
2. Ειδικότ., περπατώ κάνοντας θόρυβο Μαλακ., Σινασσ.
Τροποποιήθηκε: 30/04/2025