κροτώ
(ρ.)
κροτάω
[kroˈtao]
Φάρασ.
Παρατατ.
κροτάνκα
[kroˈtanka]
Φάρασ.
Αόρ.
κρότ'σα
[ˈkrotsa]
Φάρασ.
Από το αρχ. ρ. κροτῶ = θορυβώ προκαλώντας κρότο.
2. Διαλαλώ, διατυμπανίζω
:
|| Φρ.
Μη τα κροτάς
(Μην τα διαλαλείς˙ μη μιλάς, κάνε μόκο, κάνε το κορόιδο)
Φάρασ.
-Παπαστ.-Καρακ.
3. Τουφεκίζω
Τροποποιήθηκε: 29/07/2026