ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

σογουκλαΐζω (ρ.) σογουκλαΐζου [soɣuklaˈizu] Σίλ. σοϋκλαΐζω [soyklaˈizo] Σίλ. Από το τουρκ. ρ. soğuklamak = κρυολογώ. Για τους τύπ. πβ. τουρκ. ουσ. soğuk = κρύο, κρυολόγημα, όπου και τύπ. souk (Tietze 2019, λ. soğuk).
Κρυολογώ : Αρτσάχια μη κάτσεις, σε σοϋκλαΐσεις (Mην κάτσεις κάτω, θα κρυώσεις) Σίλ. -ΚΜΣ-ΛΚ6
Τροποποιήθηκε: 17/01/2026