σογιουλμέ
(ουσ. ουδ.)
Πληθ.
σουγιουλμέδια
[suʝulˈmeðʝa]
Φλογ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. söğülme = ψητό κρέας, κεμπάπ (Redhouse, TSS, λ. söğülme).
Πβ.
σογιούς
Ψητό κρέας, μπριζόλα
Τροποποιήθηκε: 17/01/2026