καλλιεργίζω
(ρ.)
καλλιεργίζω
[kalieˈrʝizo]
Ανακ.
καλλοερίζω
[kaloeˈrizo]
Ανακ.
Από το μεταγν. ρ. καλλιεργέομαι-οῦμαι με μεταπλ. κατά τα ρ. σε -ίζω. Ο τύπ. καλλοερίζω από ήδη μεσν. τύπ. καλοεργῶ (LBG).
Καλλιεργώ, οργώνω
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 14/09/2026