καουπάρι
(ουσ. ουδ.)
καουπάρι
[kauˈpari]
Φάρασ.
Κατά τον Ανδριώτη (1948: 38) από το ουσ. καλαπόδι και το υποκορ. επίθμ. -άρι· απλούστερη η ετυμολόγ. από το ουσ. καλούπι και το επίθμ. -άρι, αναλογ. προς άλλα δηλωτικά εργαλείων ουσ. σε -άρι.
Καλαπόδι
Τροποποιήθηκε: 23/12/2025