ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

καπαντίζω (ρ.) γαπανdι̂́ζω [ɣapanˈdɯzo] Αξ., Αραβαν. Αόρ. χαπάντ'σα [xaˈpantsa] Φλογ. Παθ. καπανdίζομαι [kapanˈdizome] Φάρασ. Μτχ. qαπαντημένο [qapandiˈmeno] Σίλατ. Από το τουρκ. ρ. kapanmak (αόρ. kapandı) = κλείνομαι.
1. Kλείνομαι (μέσα) ό.π.τ. : Ασ' τροπή τ’ γαπάντ'σεν απέσω και ντεν εβγαισ̑κεν όξω (Από την ντροπή του κλείστηκε μέσα και δεν έβγαινε έξω) Αξ. -Μαυροχ. Παίν’ γαπανdι̂́σ̑ σο σπίτσ̑ι τ’ κι άλλο ντεν βγαίν’ όξω (Πηγαίνει κλείνεται στο σπίτι της και δεν βγαίνει πια έξω) Αραβαν. -ΙΛΝΕ 638 || Φρ. Ουρανός γαπάντ'σεν 'ς̑ τη χη (Ο ουρανός κλείστηκε στη γη˙ σκοτείνιασε, θα βρέξει) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ.
2. Σκεπάζομαι, καλύπτομαι Φλογ.
Τροποποιήθηκε: 23/12/2025