ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κάπα (ουσ. θηλ.) κάπα [ˈkapa] Αξ., Αραβαν., Γούρδ., Μισθ., Σίλ., Σινασσ., Τσαρικ. γκάπα [ˈgapa] Σίλ. Μεσν. ουσ. κάπα (< ιταλ. cappa).
1. Χοντρό μάλλινο πανωφόρι ό.π.τ. : Ατό το κάπα κλέφτσης έχ' το κλεμμένο από ένα σερνικός (Αυτή την κάπα την έχει κλέψει ένας κλέφτης από έναν άνθρωπο) Γούρδ. -Καράμπ. || Φρ. Κάπας μανίκι (Κάπας μανίκι˙ άνθρωπος χαμηλής αξίας) Σίλ. -Κωστ.Σ. Συνών. μασλάχι, τσόχα
2. Χοντρό πάπλωμα που καλύπτει το ταντούρι και ταυτόχρονα τα πόδια όσων κάθονται κυκλικά γύρω του Σινασσ. : Τιχτήθαμ' 'ς το τουνdουρόσ̑ειλο, σκεπάσταμ' με την κάπα και ζενόμαστε (Ακουμπήσαμε στο τοιχάκι του τουντουριού, σκεπαστήκαμε με το πάπλωμα και ζεσταινόμαστε) Σινασσ. -Λεύκωμα
Τροποποιήθηκε: 26/01/2026