ντάρμανταγιν
(επίρρ.)
ντάρμανταγι̂ν
[ˈdarmadaɣɯn]
Μαλακ., Σινασσ.
ντάρμα νταγούν
[ʹdarmaʹdaɣun]
Μισθ.
ντάρμα νταγούνια
[ˈdarma daˈɣuɲa]
Μισθ.
Από το τουρκ. επίθ. darmadağın = διασκορπισμένος.
Άνω κάτω, σε πλήρη διάλυση
ό.π.τ.
:
Ας πάρω το παντελόν' του Φαφίλ’ που το ποίκε ντάρμανταγιν κι ας το μπαλώσω ένα μούκα
(Ας πάρω το παντελόνι του Φαφίλη, που το έκανε χάλια, κι ας το μπαλώσω λιγάκι)
Σινασσ.
-Τακαδόπ.
Άνοιξα δου τσ̑όλας σ̑ήμερα, ποίκα δου ντάρμα νταγούν
(Το άνοιξα κιόλας σήμερα, το διέλυσα εντελώς (ενν. το κινητό μου))
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Γένα ντάρμα νταγούνια
(Έγινα χίλια κομμάτια)
Μισθ.
-Μακρ.
Τροποποιήθηκε: 17/01/2026