νταράχ
(ουσ. ουδ.)
νταράχ
[daˈrax]
Αξ.
Από το τουρκ. tayyarat = α) απρόσμενα κέρδη, τυχερά β) παλαιότ. τουρκ., έσοδα εκτός προϋπολογισμού (Redhouse).
Ευκαιρία
Αξ.
Τροποποιήθηκε: 25/12/2025