νταρίλντημα
(ουσ. ουδ.)
νταρι̂́λντημα
[daˈrɯldima]
Ουλαγ.
νταρούλντημα
[daˈruldima]
Μισθ.
νταρίλτζημα
[daˈrildzima]
Σίλ.
Από το ρ. νταριλντίζω και το παραγωγ. επιθμ. -μα.
2. Ψυχρότητα, αποφυγή κοινωνικών σχέσεων λόγω παρεξηγήσεως
Μισθ.
:
Iτό τι νταρούλντημα 'νι;
(Τι μούτρωμα είναι αυτό;)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025