ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

είδος (ουσ. ουδ.) είδος [ˈiðos] Ποτάμ. Αρχ. ουσ. εἶδος. Η λ. από την Κοινή ν.ε.
Το είδος, στην φρ. ειδὠν ειδών (για ποικιλία ειδών) Ποτάμ. : Και το γουτσ̑ά ανοίγηκε και απάνω του βγήκανε ειδών ειδών φαγητά (Και το μαντήλι άνοιξε και βγήκαν πάνω λογιών λογιών φαγητά) Ποτάμ. -Dawk.
Τροποποιήθηκε: 22/07/2026