γκοτλίκ
(ουσ. ουδ.)
γκότλικ
[ˈgotlik]
Τροχ.
γκότικ
[ˈgotik]
Αξ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. götlük = πίσω μέρος υποστρώματος σέλλας.
2. Η τἀβλα που έκλειν το πίσω μέρος του κάρου μεταφοράς
Αξ.
Τροποποιήθηκε: 20/12/2025