ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κόκα (I) (ουσ. θηλ.) κόκα [ˈkoka] Αξ., Μαλακ., Μισθ., Σινασσ. κόgα [ˈkoga] Φλογ. Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. koka = κουλούρι ψημένο στο ταντούρι, πβ. και τουρκ. kak = μπισκότο, ξερό ψωμί.
Κόρα, η καλά ψημένη άκρη του ψωμιού (που είναι κολλημένη στο ταντούρι) : Κόκα άμα τρώισκις, παντόμαϊς απ’ του σ̑ακιάρ πιό καλό (Κόρα [από καρβέλι] άμα έτρωγες νόμιζες ότι ήταν από ζάχαρη πιο καλό) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ. Ιτό ούλου κρέισκι να φα κόκα (Αυτή όλο ήθελε να φάει κόρα) Μισθ. -ΑΠΥ-ΕΝΔ
Τροποποιήθηκε: 24/01/2026