καρμανίζω
(ρ.)
καρμανίζω
[karmaˈnizo]
Φάρασ.
Παρατατ.
καρμανίσκα
[karmaˈniska]
Αφσάρ., Τσουχούρ.
Παθ.
καρμανίζομαι
[karmaˈnizome]
Φάρασ.
Από το ουσ. καρμάνα και το παραγωγ. επίθμ. -ίζω.
1. Κλώθω μαλλί περιστρέφοντάς το στο αδράχτι
:
Καρμανίσκινι μο την καρμάνα το μαλλί
(Έκλωθαν με το αδράχτι το μαλλί)
Τσουχούρ.
-ΑΠΥ-Bağr.
Συνών.
κλωθαρίζω :1, κλώθω :1
2. Μτφ., τριγυρίζω, περιφέρομαι
ό.π.τ.
:
Έβγκ' στο σ̑εΐρι ο τσ̑υνογάρ, 'ς το ουρανό καρμανίσκινι
(Ο αετός βγήκε να κοιτάξει τη θέα από ψηλά, έκανε κύκλους στον ουρανό)
Αφσάρ.
-Dawk.
Συνών.
κλώθω :1
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025