ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κασκάρι (ουσ. ουδ.) κασκάρι [kaˈskari] Φάρασ. κασκάρα [kaˈskara] Φάρασ. κασκέρ [kasˈcer] Αφσάρ. Από το αρμεν. ουσ. kaytsk’ar (կայծքար) = πυρόλιθος.
Πυρόλιθος, τσακμακόπετρα ό.π.τ. : 'ποτές πηγαίνκε, ηύρε αν κασκάρι· κατέβη, πήρεν τα (Καθώς πήγαινε, βρήκε έναν πυρόλιθο· κατέβηκε (από το άλογο), τον πήρε) Φάρασ. -Dawk.Boy 'ς τα κασκάρε βκάλλουν τζίες (Από τις τσακμακόπετρες βγάζουν σπίθες) Φάρασ. -ΚΜΣ-ΚΠ344Β
Τροποποιήθηκε: 20/02/2026