κασκάρι
(ουσ. ουδ.)
κασκάρι
[kaˈskari]
Φάρασ.
κασκάρα
[kaˈskara]
Φάρασ.
κασκέρ
[kasˈcer]
Αφσάρ.
Από το αρμεν. ουσ. kaytsk’ar (կայծքար) = πυρόλιθος.
Πυρόλιθος, τσακμακόπετρα
ό.π.τ.
:
'ποτές πηγαίνκε, ηύρε αν κασκάρι· κατέβη, πήρεν τα
(Καθώς πήγαινε, βρήκε έναν πυρόλιθο· κατέβηκε (από το άλογο), τον πήρε)
Φάρασ.
-Dawk.Boy
'ς τα κασκάρε βκάλλουν τζίες
(Από τις τσακμακόπετρες βγάζουν σπίθες)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-ΚΠ344Β
Τροποποιήθηκε: 20/02/2026