ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

παραδιαβάζω (ρ.) παραδιαβάζω [paraðʝaʹvazo] Τελμ. παραδεβάζω [paraðeˈvazo] Φάρασ. παραδεβάζου [paraðeˈvazu] Φάρασ. Από το μεσν. ρ. παραδιαβάζω = α) διασκεδάζω β) συζητώ.
1. Παρηγορώ Φάρασ. : Ε' ωδέ να με παραδεβάσ' λαΐκκο, να φύ' η χολή μου (Έλα εδώ να με παρηγορήσεις λίγο, να φύγει η οργή μου) Φάρασ. -Ανδρ.
2. Περνάω την ώρα μου, διασκεδάζω ό.π.τ. : || Ασμ. Ας άγω ση μάνα σου, να δω τζι ήλιος παραδιαβάζει
επήγα θωρώ 'να μάνα έχει γάμου γαΐτα
(Ας πάω στη μάνα σου, να δω πώς περνάει στον ήλιοΠήγα βλέπω μια μάνα, έχει ετοιμασίες γάμου) Τελμ. -Lag.
Τροποποιήθηκε: 16/07/2026