παραδιώχνω
(ουσ. ουδ.)
παραδιώχνω
[paraˈðʝoxno]
Τελμ.
Από το μεταγν. ρ. παραδιώκω = κυνηγώ, ακολουθώ.
Μόνο σε άσμ., καταδιώκω
:
|| Ασμ.
Κάπου τα παιδιά μου, κάπου τα παιδόπουλά μου;
Τούρκοι τα παραδιώχνουν
(Κάπου (είναι) τα παιδιά μου, πού είναι τα παιδιά μου;Τούρκοι τα καταδιώκουν) Τελμ. -Lag. Συνών. γατιαίνω :2, κατακωλώ, κοβαλαντίζω, κυνηγώ, κωλώ :1
Τούρκοι τα παραδιώχνουν
(Κάπου (είναι) τα παιδιά μου, πού είναι τα παιδιά μου;Τούρκοι τα καταδιώκουν) Τελμ. -Lag. Συνών. γατιαίνω :2, κατακωλώ, κοβαλαντίζω, κυνηγώ, κωλώ :1
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025