παράδομα
(ουσ. ουδ.)
παράδομα
[paˈraðoma]
Φάρασ.
Από το νεότ. ουσ. παράδομα = κατάθεση για φύλαξη (Λεξ. Κριαρ.).
Τροποποιήθηκε: 31/01/2026