κιάσκιαρα
(ουσ. θηλ.)
κιάσκιαρα
[ˈcascara]
Μισθ.
Από το τουρκ. (< περσ.) ουσ. teskere = α) φορείο β) καρότσι, όπου και διαλεκτ. τύπ. keşkere (Redhouse λ. teskere, THADS, λ. keşgere, keşkere). Η λ. και Βιθυν., Μακεδ., Προπ. με τύπ. τεσκερές (αρχείο ΙΛΝΕ).
Ξύλινο καρότσι για την μεταφορά κοπριάς
Τροποποιήθηκε: 11/01/2026