κιασλαντίζω
(ρ.)
κιασλαντίζου
[caslaˈdizu]
Μισθ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ρ. keşlemek = ισοπεδώνω (THADS, λ. keşlemek ΙΙ).
Τροποποιήθηκε: 11/01/2026