ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κιασλαντίζω (ρ.) κιασλαντίζου [caslaˈdizu] Μισθ. Από το τουρκ. διαλεκτ. ρ. keşlemek = ισοπεδώνω (THADS, λ. keşlemek ΙΙ).
Αλωνίζω : Κιασλαντίζου μι ντου ντοκάν' (Αλωνίζω με την δοκάνα) Μισθ. -Κοτσαν. Συνών. αλωνίζω, αλώνω
Τροποποιήθηκε: 11/01/2026