κιαντά
(σύνδ.)
κιανdά
[canˈda]
Σίλ.
κιάνdα
[ˈcanda]
Σίλ.
Από τον σύνδ. και και το παλαιότ. και διαλεκτ. τουρκ. επίρρ. andan = α) ύστερα, στην συνέχεια β) εξαιτίας.
Πβ.
αντά
Ύστερα, έπειτα
:
Κιανdά κάσιτι
(Ύστερα κάθεται)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Mια ντομάdα κιανdά πατισ̑αχιού τ' παιρί λαεί του ότσ̑ι «'γώ σε υπάγου χουριό μου»
(Έπειτα από μία εβδομάδα το παιδί του βασιλιά τού λέει ότι «Εγώ θα πάω στο χωριό μου»)
Σίλ.
-Dawk.
Ιλκ αβάλ νταρι̂́λτζησιν τση, κιάνdα πόνησιν τση
(Στην αρχή την επέπληξε, μετά την λυπήθηκε)
Σίλ.
-ΚΜΣ-ΛΚ5
Ντώκι κιαντά, ένα μήνα έπεσι στ’ ρούχου
(Από τότε που σωροβολιάστηκε, έπεσε ένα μήνα στο κρεβάτι)
Σίλ.
-ΚΜΣ-ΛΚ6
Σε νά 'ρτου κιανdά, σε φάγου, σε πάου να ντελαστώ νια
(Αφού έρθω, θα φάω, θα πάω να τριγυρίσω λίγο)
Σίλ.
-Pernot.Gall.
|| Φρ.
Μεσ̑’μέρ' κιανdά
(Μετά το μεσημέρι˙ απόγευμα)
Σίλ.
-ΚΜΣ-ΛΚ6
Συνών.
σόνγκρα, υστέρου
Τροποποιήθηκε: 21/01/2026