κιβράκι (I)
(επίθ.)
qι̂βράκ'
[qɯˈvrak]
Μαλακ.
γ̇ιβράχ̇ι
[ɣɯˈvraxi]
Φάρασ.
Από το τουρκ. επίθ. kıvrak = α) ζωηρός β) βιαστικός (από τη ρίζα kıvır-, Tietze 2016: λ. kıvrak ΙΙ).
Τροποποιήθηκε: 31/12/2025