κιζίρης
(ουσ. αρσ.)
κιζίρης
[ciˈziris]
Φάρασ.
κιζίρ
[ciˈzir]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ουσ. kizir (< περσ. gizīr)= βοηθός, υπαρχηγός, όπου και διαλεκτ. τύπ. gizir (Tietze 2016, gizir/kizir).
1. Υπηρέτης
:
Στέρου είπεν ντι τον gιζίρη «Αμε, πε τα τις χωρώdοι σας, σ’ έρτουνε αδέ»
(Έπειτα είπε στον υπηρέτη «Πήγαινε, πες στους χωριανούς σου να έρθουν εδώ»)
Φάρασ.
-Dawk.
Συνών.
γούλι, μίσταργος, χαλαγίκι, χιζμετκιάρης
2. Αγροφύλακας
:
Είχαμε κιζίρ και σ’ αμbέλια και σα χωριά
(Είχαμε αγροφύλακα και στα αμπέλια και στα χωριά)
Φάρασ.
-ΕΚΠΑ 2142
Συνών.
μιράβ :2, μπεκτσής
3. Δημόσιος κήρυκας, τελάλης
Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 20/06/2025