ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κιβράκι (II) (ουσ. ουδ.) κιβράκ' [ciˈvrak] Σίλατ., Σινασσ. qι̂βράκ' [qɯˈvrak] Μαλακ. κι̂βράχ [kɯˈvrax] Ανακ. κϋβράγϋ [kyˈvraɣy] Σίλ. γουβράχ' [ɣuˈvrax] Σινασσ., Τζαλ. Από το τουρκ. ουσ. kıvrak = α) λεπτή γάζα ή μεταξωτή μαντήλα β) είδος μαύρου τσεμπεριού (Nişanyan 2002-2022, λ. kıvrak, Tietze 2016, λ. kıvrak I).
Πολυτελές μαντήλι με πούλιες Ανακ., Σίλατ., Σινασσ.
β. Ειδικότ., νυφικό πέπλο, δώρο του γαμπρού, συχνά κόκκινου χρώματος Ανακ., Μαλακ., Σινασσ., Τζαλ.
γ. To ύφασμα της τραχηλιάς Σίλ.
Τροποποιήθηκε: 31/12/2025