ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τσεμελόκκα (ουσ. θηλ.) τσ̑εμελόκ-κα [tʃemeˈlokka] Αξ. τσ̑ομελέκ-κα [tʃomeˈlekka] Φλογ. τσ̑ιμιλέκα [tʃimiˈleka] Μαλακ. τσ̑αμαλούχ [tʃamaˈlux] Αξ. Πιθ. από το τουρκ. διαλεκτ. cebellik = σωρός χώματος που εξέχει στον δρόμο (THADS 3, λ. cebellik).
1. Σημάδι στα χωράφια για αναγνώριση Αξ.
β. Γενικότερα, σημάδι, σημαδούρα Αξ.
2. Κωνοειδής πύργος από πέτρες Μαλακ.
3. Ειδικότ., οι πέτρες που τοποθετούνταν στο παιχνίδι τουζλαμά ως σημάδι για να οριοθετηθεί ο χώρος όπου φυλάκιζαν τους παίκτες της αντίπαλης ομάδας που έπιαναν ως «αιχμαλώτους» Φλογ.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025