ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τσενές (ουσ. αρσ.) τσ̑ενές [tʃeʹnes] Φάρασ. τσ̑ανάς [tʃaˈnas] Αφσάρ., Κίσκ., Τσουχούρ. τσ̑ενέ [tʃeˈne] Ανακ., Αξ., Δίλ., Φάρασ., Φλογ. τσ̑ανά [tʃaˈna] Μισθ., Σίλ. τσ̑ανό [tʃaˈno] Μισθ., Σίλ., Τροχ. Πληθ. τσενέδια [tseˈneðʝa] Σίλατ. τσ̑ενέα [tʃeˈnea] Τροχ. τσανίγια [tsaˈniʝa] Αξ. Από το τουρκ. ουσ. çene = α) σαγόνι, πιγούνι β) καθένα από τα δύο άκρα τσιμπίδας, μέγγενης κτλ. που συγκρατούν ένα αντικείμενο γ) διαλεκτ., πλευρά, άκρο δ) γωνία, όπου και διαλεκτ. τύπ. çeñi (TS, λ. çeñe, Tietze çene I, II).
1. Πηγούνι, σαγόνι ό.π.τ. : Ο πεχλιβάνης χέμεν μούχ'σιν το γιουμπρούχι του σου 'ρκουδού τον τσ̑ενέ, έκοψε το σολούχι του (Ο παλαιστής αμέσως έχωσε τη γροθιά του στο σαγόνι της αρκούδας έκοψε την ανάσα της) Φάρασ. -Παπαδ. Ντώκα σου τσ̑ανό μ' (Χτύπησα στο σαγόνι μου) Μισθ. -Κοτσαν. Ασ' τα τσενέδια κάτω (Κάτω από το σαγόνι) Σίλατ. -Φαρασόπ. || Φρ. Κόπ' το τσανά σου (Κόψε τα σαγόνια σου˙ Κλείσε το στόμα σου, βούλωσ' το) Φάρασ. -Ιορδαν. Συνών. μάγουλο :2, μαρούκια
2. Στον πληθ., αποσπώμενα πρόσθετα πλαϊνά κάγκελα-παραπετάσματα του αραμπά Αξ.
Τροποποιήθηκε: 13/06/2025