ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

μάγουλο (ουσ. ουδ.) μάγουλο [ˈmaɣulo] Σινασσ. μάγ'λο [ˈmaɣlo] Σινασσ., Τελμ., Φερτάκ., Φλογ. μάγ'λου [ˈmaɣlu] Μαλακ. Μεταγν. ουσ. μάγουλον < λατιν. magulum.
1. Μάγουλο, παρειά Μαλακ., Φερτάκ. : Πουρτά τα μάγ'λα τ' (Φουσκώνει τα μάγουλά του περιφρονητικά) Μαλακ. -Τζιούτζ. || Ασμ. Ελιά έχεις στο μάγουλο, ελιά στην αμασχάλη (Ελιάς έχεις στο μάγουλο, ελιά στην μασχάλη) Σινασσ. -Αρχέλ. Συνών. βούκα :2, γιανάκι, μισίδι :2, χαραγή :1
2. Πηγούνι Σινασσ. Συνών. τσενές
3. Στον πληθ., το πρόσωπο συνολικά Φλογ. Συνών. γκαλάκι, μισίδι :1, μπενίζι :2, πρόσωπο :1, χαραγή :1
Τροποποιήθηκε: 19/05/2025