μάγουλο
(ουσ. ουδ.)
μάγουλο
[ˈmaɣulo]
Σινασσ.
μάγ'λο
[ˈmaɣlo]
Σινασσ., Τελμ., Φερτάκ., Φλογ.
μάγ'λου
[ˈmaɣlu]
Μαλακ.
Μεταγν. ουσ. μάγουλον < λατιν. magulum.
3. Στον πληθ., το πρόσωπο συνολικά
Φλογ.
Συνών.
γκαλάκι, μισίδι :1, μπενίζι :2, πρόσωπο :1, χαραγή :1
Τροποποιήθηκε: 19/05/2025