ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

μπενίζι (ουσ. ουδ.) μπενίζι [beˈnizi] Ουλαγ. μπεν̇ίζ' [beˈŋiz] Ουλαγ. μπα̈gίζι [bæˈɟizi] Μισθ. πέγκζι [ˈpeŋdzi] Φάρασ. μπένζι [ˈbenzi] Αραβαν. Από το τουρκ. ουσ. beniz (benzi) (< παλαιότ. τουρκ. beŋiz και meŋiz) = χρώμα του προσώπου, όψη.
1. Το χρώμα του προσώπου ό.π.τ. : Ντου μπα̈gίζι τ’ άλλαξιν (Το χρώμα του προσώπου του άλλαξε) Μισθ. -Κοτσαν. 'ατί το μπενίζι σ' σαράρ'σε; (Γιατί χλώμιασε το πρόσωπό σου;) Ουλαγ. -Dawk.
2. Πρόσωπο Ουλαγ. Συνών. γκαλάκι, μάγουλο :3, μισίδι :1, πρόσωπο :1, χαραγή :1
Τροποποιήθηκε: 19/05/2025