τσεκμέ
(ουσ. ουδ.)
τσ̑εκμέ
[tʃekˈmek]
Τροχ.
τσ̑εκμέκ
[tʃekˈmek]
Τροχ.
Από το τουρκ. ουσ. çekme = α) έλξη β) συρτάρι γ) φόρμα εργασίας δ) είδος μπότας ε) είδος δρεπανιού για την κοπή κλαδιών, βλ. και çekme testere = πριόνι έλξης με παράλειψη της δεύτερης λ. O τύπ. τσεκμέκ με επίδρ. ουσιαστικών σε -έκι.
2. Αναδιπλούμενο πριονωτό μαχαίρι, με ξύλινη λαβή, κατάλληλο για το κόψιμο χόρτων και τσαλιών σε περιορισμένο χώρο
Τροποποιήθηκε: 27/08/2026