ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τσεκμέ (ουσ. ουδ.) τσ̑εκμέ [tʃekˈmek] Τροχ. τσ̑εκμέκ [tʃekˈmek] Τροχ. Από το τουρκ. ουσ. çekme = α) έλξη β) συρτάρι γ) φόρμα εργασίας δ) είδος μπότας ε) είδος δρεπανιού για την κοπή κλαδιών, βλ. και çekme testere = πριόνι έλξης με παράλειψη της δεύτερης λ. O τύπ. τσεκμέκ με επίδρ. ουσιαστικών σε -έκι.
1. Πριονωτό δρεπάνι Πβ. γαλέτσι, οράχι
2. Αναδιπλούμενο πριονωτό μαχαίρι, με ξύλινη λαβή, κατάλληλο για το κόψιμο χόρτων και τσαλιών σε περιορισμένο χώρο
Τροποποιήθηκε: 27/08/2026