ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τσαχτσά (επίρρ.) τσ̑αχτσ̑ά [tʃaxˈtʃa] Αραβαν. τσαχτσά [tsaxˈtsa] Αξ., Γούρδ., Φερτάκ. τσαχτσ̑ά [tsaxˈtʃa] Ουλαγ. τσαχσά [tsax'sa] Τροχ. χατσ̑ά [xaˈtʃa] Τροχ. 'αχτσ̑ά [axˈtʃa] Μισθ. Αγν. ετύμ.
1. Έτσι ό.π.τ. : Αχτσ̑ά λέ', εκεινά οπ' να φά' τη νιότη τ' ντεν ήρτει, λέ' (Έτσι, λέει, εκείνος, που να φάει την νιότη του, δεν ήρθε, λέει) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ. Χ̇έκα το ’ερί μ’ τσαχσά (Έβαλα το χέρι μου έτσι) Τροχ. -ΙΛΝΕ 1555 Χατσ̑ά ποίκα το (Έτσι το έκανα) Τροχ. -ΙΛΝΕ 1555 Χατσ̑ά μέγα (Τόσο μεγάλο) Τροχ. -ΙΛΝΕ 1555 || Φρ. Τσαχτσά-μποχτσά (Έτσι αλλιώς˙ έτσι κι αλλιώς) Αξ. -ΚΜΣ-ΚΠ208 Αχτσ̑ά τσ̑' αχτσ̑ά (Έτσι κι έτσι) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ. Συνών. ατιά, ζαάρ, ούτσα, τουτσά
β. Τόσο Τροχ. : Χατσ̑ά μέγα (Τόσο μεγάλο ) Τροχ. -ΙΛΝΕ 1555
2. Προτρεπτικό επίρρ. Αξ. : Έλα 'γιώ τσαχτσά βρε συ! (Έλα δω αμέσως βρε σύ!) Αξ. -ΚΜΣ-ΚΠ290
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025