κατρακύλι
(ουσ. ουδ.)
κατρακύλ’
[katraˈcil]
Αραβαν., Γούρδ.
Από το νεότ. ουσ. κατρακύλι (Λεξ. Σομ., λ. κατρακοίλι), το οπ. με υποχωρητ. σχηματ. από το ρ. κατρακυλώ.
Τροποποιήθηκε: 12/02/2026