κατσώρα
(ουσ. θηλ.)
κατσώρα
[kaˈtsora]
Φάρασ.
κατζώρα
[kaʹtzora]
Φάρασ.
Πιθ. από νεότ. φρ. κακηώρα (< επίθ. κακὴ + ουσ. ὥρα), το οπ. απαντά κυρ. σε κατάρες και επιβιώνει σε πολλά ν.ε. ιδιώματα. Πβ. και ν.ε. διαλεκτ. καλιώρα = φόβητρο για τα παιδιά.
Εφιάλτης, δαίμονας
:
Η κατζώρα τζογκτιένκεν σις νομάτοι σα 'πνώγκαν
(Η δαιμόνισσα πιεζόταν πάνω στους ανθρώπους όταν κοιμόντουσαν)
-ΚΜΣ-ΚΠ344Β
'πιδού στην άκρα φοβούσαντε πολύ την κατζώρα
(Γι' αυτό το λόγο φοβόντουσαν πολύ την δαιμόνισσα)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-ΚΠ344Β
Συνών.
βαραχτάς :1
Τροποποιήθηκε: 12/11/2024