ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κατσώρα (ουσ. θηλ.) κατσώρα [kaˈtsora] Φάρασ. κατζώρα [kaʹtzora] Φάρασ. Πιθ. από νεότ. φρ. κακηώρα (< επίθ. κακὴ + ουσ. ὥρα), το οπ. απαντά κυρ. σε κατάρες και επιβιώνει σε πολλά ν.ε. ιδιώματα. Πβ. και ν.ε. διαλεκτ. καλιώρα = φόβητρο για τα παιδιά.
Εφιάλτης, δαίμονας : Η κατζώρα τζογκτιένκεν σις νομάτοι σα 'πνώγκαν (Η δαιμόνισσα πιεζόταν πάνω στους ανθρώπους όταν κοιμόντουσαν) -ΚΜΣ-ΚΠ344Β 'πιδού στην άκρα φοβούσαντε πολύ την κατζώρα (Γι' αυτό το λόγο φοβόντουσαν πολύ την δαιμόνισσα) Φάρασ. -ΚΜΣ-ΚΠ344Β Συνών. βαραχτάς :1
Τροποποιήθηκε: 12/11/2024