ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

καύκαλο (ουσ. ουδ.) καύκαλο [ˈkafkalo] Αξ., Σινασσ., Τελμ., Φλογ. καύκαλου [ˈkafkalu] Σίλ. Από το μεσν. ουσ. καύκαλον.
1. Καύκαλο χελώνας, καβούκι Αξ., Σινασσ. Συνών. κεμίκι :2, καυκούτσα :2
2. Το κρανίο και γενικότ. κοίλο οστό Σινασσ., Φλογ.
β. Συνεκδοχ., το μυαλό Σίλ.
3. Κέλυφος καρυδιού, τσόφλι Τελμ. : || Παροιμ. Χίλια μεράχια ένα καρυδιού καύκαλο δεν μπορείς να γεμώσεις (Χίλιες στεναχώριες δεν γεμίζουν ένα καρυδότσουφλο˙ οι καθημερινές έγνοιες είναι ασήμαντες) Τελμ. -ΚΜΣ-Θεοδ. Συνών. καυκούτσα :1
Τροποποιήθηκε: 03/01/2026