ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

αϊνάς (ουσ. αρσ.) αϊνάς [aiˈnas] Σίλ., Φάρασ. αϊνά [aiˈna] Ανακ., Δίλ., Μισθ., Σίλατ., Τροχ., Φάρασ., Φλογ. αγινά [aʝiˈna] Μαλακ. οΐνια [oˈiɲa] Τροχ. Από το τουρκ. ουσ. ayna = α) καθρέφτης β) διαλεκτ. και αργκό, σε πολύ καλή κατάσταση, σε καλό δρόμο (THADS, λ. ayna ΙΙ, Aktunç 1998, λ. ayna).
1. Καθρέφτης ό.π.τ. : Ετό κοριτσ̑ού μάνα φόρεινεν, καμάρωνεν, τράνεινεν σο αϊνά (Η μάνα αυτού του κοριτσιού φόραγε τα καλά της, καμάρωνε, κοίταζε στον μαγικό καθρέφτη) Σίλατ. -Dawk. Ρανώ ντου γιαυτό μ' ’ς αϊνά (Κοιτάζομαι στον καθρέφτη) Μισθ. -Φατ. Έχου 'να μικρίτσικκου αϊνά για να ξουριζιέμι (Έχω ένα καθρεφτάκι για να ξυρίζομαι) Μισθ. -Κοτσαν. Δου ρανά σου αϊνά (Τον κοιτάζει στον καθρέφτη) Μισθ. -ΑΠΥ-ΕΝΔ Αϊνάς ’ς ένα τσούχου μιχλαντζημένου ’ναι (Ο καθρέφτης είναι καρφωμένος σ’ έναν τοίχο) Σίλ. -ΚΜΣ-ΛΚ5 || Παροιμ. Του ισανού το κατζί ένι ο αϊνάς του (Ο λόγος του ανθρώπου είναι ο καθρέφτης του˙ ο χαρακτήρας του ανθρώπου φαίνεται από αυτά που λέει) Φάρασ. -Κελεκ. Συνών. καθρέφτης
2. Ως επίρρ., εξαιρετικά καλά, άνετα, ευχάριστα Μισθ. : Όργου δεν έχ'νι τσι ούλου δου χειμό βγάλλουν του αϊνά (Δουλειά δεν έχουν και όλο τον χειμώνα τον βγάζουν τζάμι) Μισθ., Τροχ. -ΑΠΥ-Καρατσ. Τα τσ̑ιγόρια πλύνισ̑καμ’, βράζισ̑καμ’ τα με νερό, έβαζες άλας, λεμόνι, νερό και περνούσες οΐνια (Τα ραδίκια τα πλέναμε, τα βράζαμε σε νερό, έβαζες αλάτι, λεμόνι, νερό και περνούσες μια χαρά) Τροχ. -ΙΛΝΕ 1555 Συνών. γλυκά :1, χαβασλούδια, Αντίθ γιαβάνι :2
Τροποποιήθηκε: 20/06/2025