αμόνι
(ουσ. ουδ.)
αμόν'
[aˈmon]
Μισθ.
'κονόμι
[koˈnomi]
Φάρασ., Φκόσ.
κονόνι
[koˈnoni]
Φκόσ.
Γεν.
κονομού
[konoʹmu]
Φάρασ.
Από το μεταγν. ουσ. ἀκμόνιον (υποκορ. του αρχ. ἄκμων). Ο τύπ. αμόνι μεσν. Ο τύπ. κονόμι με επενθετ. ανάπτ. [o] για αρθρωτ. ευκολία, και αντιμετάθ. (Ανδριώτης 1948: 20).
Τροποποιήθηκε: 21/02/2026