ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ρεντέ (ουσ. ουδ.) ρενdέ [renˈde] Μαλακ., Σίλ. λιανdά [ʎanˈda] Μισθ. Πληθ. ρενdέδια [renˈdeðʝa] Σινασσ. Από το τουρκ. ουσ. rende (< περσ. randa) = τρίφτης, όπου και διαλεκτ. τύπ. ilendere, ilende.
1. Τρίφτης ό.π.τ.
2. Ροκάνη, πλάνη ξυλουργού Μαλακ.
Τροποποιήθηκε: 21/08/2026