ρεσπερλίκι
(ουσ. ουδ.)
ρεσ̑περλι̂́χ'
[reʃperˈlɯx]
Τροχ.
ιρεσ̑περλίκ
[ireʃperˈlik]
Τροχ.
ιρεσπερλι̂́
[iresperˈlɯ]
Τροχ.
Από το τουρκ. ουσ. rençberlik = η ιδιότητα του αγρότη, όπου και διαλεκτ. τύπ. ileşberli(k).
Γεωργία, αγροτικές εργασίες
:
Τι όργο σ̑άνω; Ιρεσπερλι̂́, λίγα σ̑εφταλούϊα
(Τι δουλειά κάνω; Ασχολούμαι με αγροτικές εργασίες, (καλλιεργώ) λίγα ροδάκινα.)
Τροχ.
-ΙΛΝΕ 1555
Συνών.
τσιφτσιλίκι
Τροποποιήθηκε: 08/11/2025