ξεπελύζω
(ρ.)
ξεπελύζω
[ksepeˈlizo]
Φάρασ.
Αόρ.
ξεπέλ'σα
[kseˈpelsa]
Φάρασ.
Από το μεσν. ρ. ἐξαπολύω, αόρ. ἐξαπέλυσα = α) απελευθερώνω β) επιτρέπω γ) εγκαταλείπω, με μεταπλ. κατά τα ρ. σε -ίζω.
Απελευθερώνω, ξελύνω
:
|| Φρ.
Ξεπέλ'σε Έζ Γιώργκης τ' αβγο του σό τσ̑αΐρι
(Άφησε ελεύθερο ο Άη Γιώργης το άλογό του στο λιβάδι˙ Από την εορτή του Αγ. Γεωργίου (23/4) καλοκαίριαζε, και τα ζώα αφήνονταν ελεύθερα να βοσκήσουν στα λιβάδια)
Φάρασ.
-Λουκ.Λουκ.
Συνών.
σαλντώ :2
Τροποποιήθηκε: 01/03/2026