ξεμπελίζω
(ρ.)
ξεπελίζω
[ksepeʹlizo]
Φάρασ.
Αόρ.
ξεπέλτσα
[kseˈpeltsa]
Φάρασ.
Από το νεότ. ρ. ἐξαμπελίζω = τρυγώ (Λεξ. Κριαρ.), αόρ. ἐξαμπέλισα, πβ. και διαλεκτ. τύπ. ξεμπελίζω = ξερριζώνω αμπέλι Ἰων. Κέα Μύκ. (αρχείο ΙΛΝΕ), ἀπό το πρόθμ. ἐκ-/ξε- και το ρ. ἀμπελίζω ή και ως παρασύνθετο από το ἐκ-/ξε- + ἀμπέλι + -ίζω.
1. Ξεπατώνω κήπο
2. Τρυγώ
:
Πήε σην Άδανα, γιά τα μπέλε 'δού ξεπέλτσαν τα
(Πήγε στα Άδανα, αλλά τα αμπέλια εκεί τα είχαν ήδη τρυγήσει)
Φάρασ.
-Θεοδ.Παραδ.
Συνών.
τρυγώ :1
Τροποποιήθηκε: 14/11/2024