περβάζι
(ουσ. ουδ.)
περβάζ'
[perˈvaz]
Σινασσ.
πεβράζ'
[peˈvraz]
Σινασσ.
Από το νεότ. ουσ. περβάζι, το οπ. από το τουρκ. ουσ. pervaz, όπου και διαλεκτ. τύπ. pavraz.
Περβάζι
Τροποποιήθηκε: 31/12/2025