ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

περιβόλι (ουσ. ουδ.) περιβόλι [periʹvoli] Ανακ., Ποτάμ., Σινασσ., Τελμ. πιβόλ’ [piˈvol] Σινασσ. περβόλι [perʹvoli] Τελμ. Από το μεσν. ουσ. περιβόλιν, το οπ. από το μεταγν. ουσ. περιβόλιον.
Περιβόλι ό.π.τ. : Βγήκαν ασ' σο χωριό να πάνε σα περιβόλια (Βγήκαν από το χωριό να πάνε στα περιβόλια) Τελμ. -ΚΜΣ-Θεοδ. Είχαν και οι Τούρκοι περβόλια εκιού (Eίχαν και οι Τούρκοι περιβόλια εκεί) Τελμ. -ΚΜΣ-Θεοδ. || Ασμ. Ακλοθούσαν την τρακόσιαϊ παλληκάρια
Κι άλλοϊ πήραν την και σέμαν περιβόλι
(Την ακολουθούσαν τρακόσια παλληκάρια
Κι άλλοι την πήραν και μπήκαν στο περιβόλι)
Ανακ. -ΚΜΣ-Τραγ.
Πέζευσ' άγορε κι ας μπούμ' εις περιβόλι,
ας πιούμε καυκί κι ας φάμε παξιμάδι
(Πέζεψε νεαρέ κι ας μπούμε στο περιβόλι,
ας πιούμε μια κούπα κρασί κι ας φάμε παξιμάδι)
Σινασσ. -Lag.
Πουλεί τα σπίτια ταύμορφα, αυλές μαρμαρωμένες,
Πουλεί και τα πιβόλια του, τα μήλα φορτωμένα
(Πουλά τα σπίτια τα όμορφα, με αυλές μαρμαροστρωμένες
Πουλά και τα περιβόλια του, φορτωμένα μήλα)
Σινασσ. -Lag.
Συνών. μπαχτσές
Τροποποιήθηκε: 27/07/2026