περδικόκκο
(ουσ. ουδ.)
περτ͑ιτσόκκο
[perthiʹtsoko]
Φάρασ.
Από το ουσ. περδίκι, όπου και τυπ. περτίτσ̑ι, και το υποκορ. επίθμ. -όκκο.
Περδικούλα
Τροποποιήθηκε: 26/05/2026