ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

περδικόθηρο (ουσ.) περdικόθορο [perdiˈkoθoro] Φάρασ. περτικόθ'ρα [pertiˈkoθra] Φάρασ. περτικόθ'ρι [pertiˈkoθri] Φάρασ. Από αμάρτ. ουσ. περδικόθηρο (< ουσ. περδίκι και θήρα με παραγωγ. επίθμ. -ο) με αφομ. [i] > [o]. Πβ. μεταγν. ουσ. περδικοθήρας = κυνηγός περδικών ως όνομα γερακιού.
Περδικοπαγίδα
Τροποποιήθηκε: 06/02/2025