πεντακόσα
(αριθμ.)
πενdακόσ̑α
[pendakoˈʃa]
Αξ., Αραβαν., Μισθ., Φλογ.
Από το αρχ. αριθμ. πεντακόσια.
Απόλυτο αριθμητικό, πεντακόσια
ό.π.τ.
:
Πενdακόσ̑α γρούσ̑α κρεύω
(500 γρόσια θέλω (για να σου το πουλήσω))
Φλογ.
-Dawk.
Τροποποιήθηκε: 27/07/2026