μυτερεύω
(ρ.)
μυτερεύου
[miteˈrevu]
Μισθ.
Aπό το επίθ. μυτερός και το παραγωγ. επίθμ. -εύω.
Ξύνω κάτι για να το κάνω μυτερό
Πβ.
ξύνω, σιγιρντώ :1
Τροποποιήθηκε: 04/06/2025