μυρμητζιλιά
(ουσ. θηλ.)
μερμητζ̑ιλα̈́
[mermidʒiʹlæ]
Φάρασ.
Από το ουσ. μυρμήκι, όπου και τύπ. μερμήτζ̑ι και μορμοκαλί και το παραγωγ. επίθμ. -έα > -ιά.
1. Μυρμηγκιά, στρατιά μυρμηγκιών
:
Αντί μερμητζ̑ιλα̈́ πορπατείς /καμναίνεις
(Περπατάς /δουλεύεις σαν μυρμηγκιά, ακούραστα)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-ΚΠ344Β
Τα ισάνε είνται αντί μερμητζ̑ιλα̈́
(Οι άνθρωποι είναι σαν μυρμηγκιά, μεγάλο πλήθος)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-ΚΠ344Β
Τ'ς μερμητζ̑ιλα̈́ς η στράτα
(Ίχνος στο χώμα από πέρασμα στρατιάς μυρμηγκιών)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-ΚΠ344Β
2. Μυρμηγκοφωλιά
:
Ποζντιέστα τη μερμητζ̑ιλα̈́
(Kατέστρεψα τη μυρμηγκοφωλιά)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-ΚΠ344Β
Τροποποιήθηκε: 21/02/2026