ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

μυρμητζιλιά (ουσ. θηλ.) μερμητζ̑ιλα̈́ [mermidʒiʹlæ] Φάρασ. Από το ουσ. μυρμήκι, όπου και τύπ. μερμήτζ̑ι και μορμοκαλί και το παραγωγ. επίθμ. -έα > -ιά.
1. Μυρμηγκιά, στρατιά μυρμηγκιών : Αντί μερμητζ̑ιλα̈́ πορπατείς /καμναίνεις (Περπατάς /δουλεύεις σαν μυρμηγκιά, ακούραστα) Φάρασ. -ΚΜΣ-ΚΠ344Β Τα ισάνε είνται αντί μερμητζ̑ιλα̈́ (Οι άνθρωποι είναι σαν μυρμηγκιά, μεγάλο πλήθος) Φάρασ. -ΚΜΣ-ΚΠ344Β Τ'ς μερμητζ̑ιλα̈́ς η στράτα (Ίχνος στο χώμα από πέρασμα στρατιάς μυρμηγκιών) Φάρασ. -ΚΜΣ-ΚΠ344Β
2. Μυρμηγκοφωλιά : Ποζντιέστα τη μερμητζ̑ιλα̈́ (Kατέστρεψα τη μυρμηγκοφωλιά) Φάρασ. -ΚΜΣ-ΚΠ344Β
Τροποποιήθηκε: 21/02/2026