λαγοζιώνα
(ουσ. θηλ.)
λαγοζιώνα
[laɣoˈzʝona]
Τροχ.
Από το ουσ. λαγός και το παραγωγ. επίθμ. -ώνας.
Ειδικά διαμορφωμένος χώρος για εκτρεφόμενα κουνέλια.
Τροποποιήθηκε: 27/08/2026